Τρίτη, 08 Δεκεμβρίου 2009

Γεμάτα τα χεράκια σου

01¨13 14/04/09 1+1=2, 3-2=1 4+1+4=9-9=0

--

Γεμάτα τα χεράκια μου γιασεμιά,

να σέρνονται στα ρουθούνια σου

οι απάτριδες οι μνήμες.

--

Εξόριστες μια στάλα γης

σκαλίζουν στην εύπλαστη ζωή σου.

--

Ξένος μιας φυλής,

προδότης μιας γενιάς.

Στα πόδια σου ο μασκαράς

γυρεύει εξουσία.

--

Γεμάτα τα χεράκια μου λεβάντα,

να φέρνει λησμονιά,

το λουλακί χρώμα των χειλιών σου.

--

Φροντίζοντας τις μύριες σου πληγές,

διάπλατα χειροκροτούνε τη στιγμή,

ζητωκραυγάζοντας ένθερμα το Θύμα.

--

Τραυματίας του φιλιού,

ο σακάτης του γέλιου.

Στα δόντια του κανίβαλλου

εύχεσε καλή χώνεψη.

---

Γεμάτα τα χεράκια μου κανέλες,

να δένω σάρκα με σαρκιό,

πόθο μ' ιδρώτα ξένο.

Την δίψα ξεδιψάς, δροσιά

τα χέρια ντύνεις.

--

Αιώνια σκυφτός,

ακόλουθος της δύσης σου,

ζητιάνος και τροφός

της στέρεης φωνής σου.

Δευτέρα, 06 Ιουλίου 2009

Άτιτλο ΙΙ

00:47 02/06/09

Η ησυχία που αναζητούν τα χείλη να ψιθυρίσουν

σκάφανδρο φορεί, τη μνήμη να παραπλανεί

δάκρυ που στάλα στάλα χύνει.

--

Η φωνή που διψάν τα αυτιά να ταξιδέψουν

καημό χαϊδεύει, λυγμό κεχριμπαρένιο

κερί που στάλα στάλα σβήνει.

--

Η αγκαλιά που επαιτούν τα χέρια να βαδίσουν

όστρακο άδειο, σάρκα χώμα

ζωή που στάλα στάλα φθίνει.

Τρίτη, 19 Μαΐου 2009

Όνειρο

Οι γυναίκες μιλάγανε για ένα μέρος όπου οι άνθρωποι κάθονται για καιρό και ατενίζουν μακρυά. Φοράγανε δυο σαν σαλιάρες στον λαιμό.

Άμμος.

Άμμος έπεσε- Ο άνδρας ήθελε να πει ότι άρχισε η μνημοσύνη/ θυμάται και να λησμονεί. Οι μνήμες επιστρέφουν.

Απόψε τσιγάρο. Μούδιασα?

Παρασκευή, 01 Μαΐου 2009

Κασσάνδρα

17. 01¨48 20/08/07

Απειροελάχιστες διαφορές. Αποστάσεις. Βία.

Η ιστορία σε καλοδέχτηκε, εγώ σε στρίμωξα.

Ο τοίχος, το καρφί στο κεφάλι σου.

Τα μάτια σου κρεμάσανε απ' την άγνοια.

Καλύτερα μισός και ξεπλυμένος

παρά αδιάφορος, αιώνια σκουριασμένος.

Κολλάς, σκοντάφτουν σε κόμματα

οι λέξεις. Σκαλώνουν στα μαλλιά σου

μπερδεύονται, αφήνουν ίχνη πάλης,

φόνου στο διάβα σου.

- -

Η πόλη ένας λαιμός

γεμάτος διαμάντια και πολύτιμα πετράδια.

Την νύχτα δεν φαίνονται

οι ρυτίδες στο πρόσωπό μου.

Οι δρόμοι μπλοκαρισμένες αρτηρίες

οδηγούν σταθερά στο έμφραγμα.

Ζούμε στα χρόνια της προφάνειας

(χωρίς καμιά περηφάνια),

καμία διαφάνεια στα δόντια μας,

σκαλώνουν τα κόκαλα σας.

Ο άγριος ελέφαντας έχασε.

Οι χαυλιόδοντες του τώρα

στολίζουν τον ψευτομαυρισμένο σου λαιμό.

Με βαριά με σταθερά βήματα πήρε τον δρόμο..

Ξέρει που γέρασε.. ξέρει πού να πεθάνει.

- -

Τούτος ο θησαυρός που φυλάω για κείνον που αργεί να φανεί

όσο περνάει ο καιρός κουράζομαι και δεν αντέχω να τον κουβαλάω

στην πλάτη μου.. δυσκολεύει το πρόσωπό μου.

Το σκάβει η παλάμη που εκλιπαρεί,

το ακονισμένο νύχι του γερακιού κρατά ρυάκια,

την πλημμύρα μακριά, να μην πνιγεί κανείς,

να μην χαθεί κανείς που δεν ξέρει

στα μάτια μου.

- -

Τούτος ο θησαυρός που μαζεύω χρόνια θλίψη

για κείνον που δεν έρχεται.

Δεν ξέρω που να τον φυλάξω ν

α χωρέσει όλη αυτή η μοναξιά, χωρίς εκείνον.

Τσακίζει τα δάχτυλά μου. Εκείνα με την σειρά τους

τα δόντια μου. Τα δόντια μου τρώνε με λαίμαργα

πικρόχολα αισθήματα γράμματα. Για σένα,

από μένα, φωνάζοντας. Απελπισία.

Τούτα τα κίτρινα χαρτιά

γίνονται υπέροχα μαξιλάρι. Υπέροχα για τα όνειρα μου,

ξαπλώνω. Στις γραμμές του τετραδίου

χορεύω ανάμεσα. Σαν νότες στη σιωπή τραγουδάω.

Την χαρά να σ' αγκαλιάζω χωρίς. Να σε έχω.

- -

Τα γράμματα αυτά πρέπει. Αυστηρά να πονάνε

σανπέφτουνε. Να γδέρνουν, να μην ξεχάσεις, κι απόψε..

Σ' εκείνον που δεν ξεχνώ μα θα' ρθει

χαρίζω. Τούτο τον εφιάλτη, να' ναι μπουκιά.

Θα κάτσει στραβά ποτέ του να μην προλάβει

τον δρόμο. Να βρει τον μίτο να γυρίσει.

- -

Τα γράμματα αυτά και σ' εσένανε Κασσάνδρα

χρησμός. Πικρός, σαν την δάφνη που μασουλάς

δηλητήριο να στάξει δυστυχία

για τους χρησμούς που χάρισες.

Αθεόφοβη, να χάσεις τα' αγέννητα παιδιά σου.

Να καταπιούν τα σωθικά, την μήτρα, την καρδιά σου

στον βωμό. Να φτύσουν να σωθεί η χαρά σου.

Κασσάνδρα μάντισσα βουβή την γλώσσα θα σου κόψω.

Αιώνια στην κόλασή μου να στριφογυρνάς.

- -

Θα βγάλω τα ματάκια σου, να μάθεις να ορίζεις τα όνειρά μου.